Οι εξαγωγές στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού

15 Δεκεμβρίου 2015 Άννα Κούτσμα, RBTH
Νέα δεδομένα δημιούργησε η συμφωνία Δια-Ειρηνικής Συνεργασίας (Trans-Pacific Partnership, TPP).
Grain harvesting
Συγκομιδή σιτηρών στην περιφέρεια Κρασνογιάρσκ. Πηγή: Alexandr Kryazhev/RIA Novosti

Η εξαγωγή τροφίμων θεωρείται ως μια από τις δυνατότητες ένταξης στη νέα οικονομική δομή της περιοχής, η οποία προέκυψε μετά την εμφάνιση της Δια-Ειρηνικής Συνεργασίας (Trans-Pacific Partnership, TPP). Ειδικοί πιστεύουν ότι η Ρωσία θα βοηθήσει την περιοχή να λύσει τα προβλήματα επισιτιστικής ασφάλειας.

Οι ρωσικές αρχές αποφάσισαν ν’ αυξήσουν έντονα τις εξαγωγές τροφίμων στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού. Ειδικότερα, ως το 2020 οι ρωσικές εταιρίες θα διπλασιάσουν τις παραδόσεις σιτηρών στις χώρες της περιοχής αυτής, όπως ανακοίνωσε στο επιχειρηματικό συνέδριο της Οικονομικής Συνεργασίας Ασίας-Ειρηνικού (APEC) στη Μανίλα ο πρωθυπουργός Ντμίτρι Μεντβέντιεφ.

«Η αύξηση της οικονομικής επιρροής στην περιοχή Ασίας-Ειρηνικού, ιδίως μέσω της αύξησης των εξαγωγών γεωργικών προϊόντων, αποτελεί σήμερα για τη Ρωσία έναν από του σημαντικότερους στόχους», αναφέρει ο Πιότρ Σαμόιλενκο, επικεφαλής του Κέντρου μελετών Ασίας και Ειρηνικού, του Ρωσικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών. Όπως σημειώνει, αυτό θ’ αποτελέσει τη βάση για την ενίσχυση της επιρροής της στην περιοχή συνολικά.

Σήμερα οι χώρες της περιοχής Ασίας και Ειρηνικού αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 1/4 του ρωσικού εξωτερικού εμπορίου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Κρατικής Στατιστικής (Rosstat), την περίοδο από τον Ιανουάριο ως και το Σεπτέμβριο του 2015 στην περιοχή αυτή το εμπορικό ισοζύγιο έφτασε σχεδόν τα 100 δισ. δολάρια, τη στιγμή που το συνολικό εμπορικό ισοζύγιο εκτιμάται στα 403 δισ. δολάρια.

Εξαγωγή σιτηρών

Ο γενικός διευθυντής του επενδυτικού δικτύου eToro στη Ρωσία και στην ΚΑΚ, Πάβελ Σάλας, θεωρεί ότι «η Ρωσία διαθέτει τεράστιες δυνατότητες για ανάπτυξη του γεωργικής οικονομίας. Τα προσεχή έτη η εξαγωγή γεωργικών προϊόντων στις χώρες της περιοχής Ασίας-Ειρηνικού μπορεί πραγματικά να αυξηθεί 100% και περισσότερο, και να ξεπεράσει τα 15 δισ. δολ. ήδη το 2020. Αυτό είναι ιδιαίτερα επίκαιρο για την Κίνα, την Ινδία, το Μπαγκλαντές, τη Μιανμάρ, την Ινδονησία και άλλες χώρες, οι οποίες έχουν μεγάλη ανάγκη από τέτοια προϊόντα.

Σήμερα από την εξαγωγή τροφίμων και γεωργικών προϊόντων, σε οικονομικό συντελεστή, το 1/4 καταλαμβάνουν τα δημητριακά. Η Σβετλάνα Ιβανόβα, καθηγήτρια της έδρας παγκόσμιας οικονομίας του Ρωσικού Πανεπιστημίου Οικονομικών Πλεχάνοφ, θεωρεί ότι «από οικονομική άποψη για τη Ρωσία είναι πιο επωφελής η εξαγωγή προϊόντων από σιτηρά, παρά η εξαγωγή των ίδιων των σιτηρών. Όπως, αλεύρια, σιμιγδάλι, άμυλο, μακαρόνια, γλουτένη». Μεγάλες εξαγωγικές δυνατότητες έχουν επίσης και τα θαλασσινά και οι υδατοκαλλιέργειες, το πόσιμο νερό, το οποίο χρειάζονται για παράδειγμα οι βόρειες και βορειοανατολικές επαρχίες της Κίνας, προσθέτει ο Σαμόιλενκο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ (FAO) και το Αγροτικό Πληροφοριακό Σύστημα της Αγοράς (AMIS), το 2014-2015 στην Κίνα αυξήθηκε κατά 24% η εισαγωγή δημητριακών και κατά 70% κτηνοτροφικών σιτηρών (για ζωοτροφές). Το Βιετνάμ αύξησε τις αγορές αυτές κατά 35% και 56% αντίστοιχα. Η Ινδονησία, κατά 10% και 7%.

Ο ίδιος, σημειώνει ότι ξεχωριστές κατηγορίες αγροτικών εξαγωγών πρέπει να έχουν ως στόχο συγκεκριμένες χώρες σε συνάρτηση με τις ιδιαιτερότητες της διάρθρωσης της κατανάλωσης των σχετικών προϊόντων. Ο Σαμόιλενκο φέρνει ως παράδειγμα τους βασικούς εισαγωγείς σιτηρών, Ινδονησία, Ιαπωνία, Βιετνάμ, «χώρες, οι οποίες ανήκουν στο λεγόμενο “πολιτισμό του ρυζιού” και η κατανάλωση σιτηρών σ’ αυτές εξαρτάται μεταξύ άλλων από τις προτιμήσεις των τουριστών». Το Σεπτέμβριο, στη διάρκεια του Ανατολικού Οικονομικού Συνεδρίου στο Βλαδιβοστόκ, ο Ντέιβιντ Ντόου, εκπρόσωπος του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας του ΟΗΕ, είχε δηλώσει ότι «οι χώρες της περιοχής Ασίας-Ειρηνικού διαφοροποιούν τη βασική καθημερινή τροφή σε συνάρτηση με την πορεία πλουτισμού του πληθυσμού και κατ’ αυτό τον τρόπο ποικίλει το είδος της ζήτησης των τροφίμων». Είχε επιστήσει την προσοχή στο γεγονός ότι στις χώρες της περιοχής Ασίας-Ειρηνικού και ειδικότερα στην Ιαπωνία και στην Ινδονησία, αυξάνεται η κατανάλωση του σίτου και του κρέατος, αλλά εν γένει αυξάνεται στην περιοχή αυξάνεται η ζήτηση για ζωοτροφές. Επιπλέον, επέστησε την προσοχή στο πρόβλημα με την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων. Οι ανατολικές περιοχές της Ρωσίας, έχουν μεγάλες δυνατότητες για εξαγωγή σόγιας, καλαμποκιού και κρέατος, τόνισε ο Ντόου.

Το θέμα της ασφάλειας

Η Σβετλάνα Ιβανόβα θεωρεί ότι η Ρωσία είναι έτοιμη να συμβάλλει στη λύση του προβλήματος της ασφάλειας στο θέμα των τροφίμων στις αναπτυσσόμενες χώρες της APEC, όχι μόνο διαμέσου της αύξησης των εξαγωγών αγροτικών προϊόντων, αλλά και της συνεργασίας για τη βελτίωση και αύξηση των ειδών των φυτών και των σποροκαλλιεργειών, των ζώων και των μικροοργανισμών. Καθότι, όπως αναφέρει, στους τομείς αυτούς η Ρωσία έχει κάνει σημαντικές εφαρμογές.

Σύμφωνα με τον Σαμόιλενκο, η ενσωμάτωση αυτών των προγραμμάτων είναι δυνατή και στη Ρωσία, συμπεριλαμβανομένων και των περιοχών που βρίσκονται σε προτεραιότητα για ανάπτυξη, στην Άπω Ανατολή. Για παράδειγμα, η ειδικός επισημαίνει την οργάνωση σε τέτοιες οικονομικές ζώνες την ανάπτυξη της ιχθυοκαλλιέργειας. 

Πληκτρολογήστε το σχόλιό σας κάτω από το κείμενο ή στη σελίδα μας στο Facebook!

+
Kάντε Like στη σελίδα μας στο Facebook!